Αρχαία που ήρθαν από την Κύπρο: τι ήταν νόμιμο, τι ισχύει σήμερα
Στρατιωτικοί, υπάλληλοι, δάσκαλοι και τουρίστες αγόραζαν νόμιμα κυπριακά αρχαία επί δεκαετίες. Τι επιτρεπόταν πότε, ποια χαρτιά να ψάξετε, τι ισχύει σήμερα.

Το 1941 ο Thomas Shaw Anderson από το Μπρισμπέιν, ανθυπασπιστής (Warrant Officer First Class) του αυστραλιανού 2/7 Συντάγματος Ιππικού (Καταδρομών), υπηρετούσε στην Κύπρο. Αποστολή της μονάδας του ήταν να πείσει τον γερμανικό στρατό ότι το νησί το κρατούσαν πολύ περισσότερα στρατεύματα από όσα υπήρχαν στην πραγματικότητα. Εκεί αγόρασε δύο αρχαία από το Κυπριακό Μουσείο στη Λευκωσία: ένα ληκύθιο της Εποχής του Χαλκού, περίπου του 1900 έως 1650 π.Χ., και το θραύσμα ενός ειδωλίου της Εποχής του Σιδήρου, περίπου του 700 έως 500 π.Χ. Ογδόντα χρόνια αργότερα είχαν ακόμη τις ετικέτες του πωλητηρίου του Μουσείου, όταν ο γιος του Peter τα δώρισε, εκ μέρους της οικογένειας, στο Μουσείο Αρχαιοτήτων RD Milns του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ. Πριν τα δεχτεί, το μουσείο ρώτησε τις κυπριακές αρχές για το καθεστώς τους και πήρε την απάντηση ότι και τα δύο είχαν αγοραστεί νόμιμα το 1941, με βάση ακριβώς αυτές τις ετικέτες [1].

Πολλές οικογένειες έχουν τη δική τους εκδοχή αυτής της ιστορίας. Στη Βρετανία και στην Αυστραλία είναι συχνά ένας παππούς που υπηρέτησε στην Κύπρο στον πόλεμο ή στα χρόνια του αγώνα της ΕΟΚΑ, γονείς που δίδαξαν σε σχολείο των βρετανικών βάσεων ή υπηρέτησαν με τα Ηνωμένα Έθνη, μια κρουαζιέρα που έπιασε στη Λάρνακα. Σε κυπριακές οικογένειες είναι ένας θείος που πήρε μαζί του ένα αγγείο όταν μετανάστευσε στο Λονδίνο ή στη Μελβούρνη, ή ένα κομμάτι που έμεινε στο πατρικό σπίτι στο νησί. Σε ελληνικές οικογένειες είναι ένας πατέρας που υπηρέτησε ή εργάστηκε στην Κύπρο. Αυτό που επιβιώνει συνήθως είναι το αγγείο. Αυτό που συχνά χάνεται είναι η ετικέτα, η απόδειξη ή η άδεια. Ο οδηγός αυτός εξηγεί ποιοι έφεραν αρχαία από την Κύπρο και πώς τα αγόρασαν, τι ήταν νόμιμο τότε και τι όχι, ποια χαρτιά να αναζητήσετε, και τι σημαίνουν σήμερα για το δικό σας κομμάτι ο κυπριακός νόμος και η σημερινή αγορά.
Ποιοι έφεραν αρχαία από την Κύπρο;
Πέντε ομάδες που συχνά επικαλύπτονται, από την άφιξη των Βρετανών το 1878 ως το τέλος της ιδιωτικής εξαγωγής το 1996: αποικιακοί υπάλληλοι και οι οικογένειές τους, στρατιωτικοί, κυανόκρανοι του ΟΗΕ, ξένοι που ζούσαν στο νησί και τουρίστες. Κανείς δεν έχει μετρήσει πόσα αντικείμενα πήρε μαζί της κάθε ομάδα.
Πρώτοι ήρθαν οι αποικιακοί υπάλληλοι. Ο Cecil Lee, λογιστής στο Τμήμα Δημοσίων Έργων από το 1921 ως το 1935, έφερε στην Αγγλία αντικείμενα που, κατά το αρχείο του μουσείου, προέρχονταν «από τάφους στην περιοχή της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου». Η οικογένειά του τα δώρισε στο Μουσείο του Wisbech και του Fenland το 1935, και η αδελφή του William Mackay, λιμενικού υπαλλήλου στη Λεμεσό και αργότερα Διευθυντή Τελωνείων (Collector of Customs), έδωσε άλλα τέσσερα αγγεία στο ίδιο μουσείο [2]. Μια Αγγλίδα, η Ethel Inman, αγόρασε μικρά κομμάτια το 1937 και το 1939 και κορνίζωσε τις άδειες εξαγωγής με τα αρχαία δεμένα πάνω τους με αλυσίδα. Τέσσερα από αυτά βρίσκονται σήμερα στη συλλογή Alexander Malios στη Λειψία, μαζί με μια ομάδα που ανήκε στον Albert Howard Pedler, χημικό της Cyprus Mines Corporation [3]. Ο δικαστής G. C. Griffith-Williams, που διορίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο της αποικίας το 1938, είχε μια συλλογή από αυτές που γέμιζαν τότε τον μπουφέ ενός αποικιακού σπιτιού: στρογγυλές πρόχους της Εποχής του Χαλκού, ληκύθια, πήλινα θραύσματα και πέντε χτενωτά όστρακα της Νεολιθικής στερεωμένα σε ένα κουτί σοκολάτας Droste με χειρόγραφη ετικέτα. Η συλλογή φαίνεται στην κορυφή της σελίδας και η ιστορία της υπάρχει ολόκληρη στο άρθρο The Judge, the Escape, and a Chocolate Box (στα αγγλικά).
Στρατιωτικοί πέρασαν από το νησί και στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όπως ο Anderson. Ο αγώνας της ΕΟΚΑ κατά της βρετανικής κυριαρχίας (1955 έως 1959), που οι Βρετανοί ονόμαζαν «Emergency», έφερε πολύ περισσότερους: στα μέσα του 1956 βρίσκονταν στο νησί 17.000 Βρετανοί στρατιωτικοί, πολλοί από αυτούς κληρωτοί της National Service [4]. Μετά την ανεξαρτησία του 1960 η Βρετανία κράτησε τις Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, με τις οικογένειες και τα σχολεία τους. Ο James Alfred Brew δίδασκε τέχνη σε σχολεία των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων από το 1960 ως το 1970, με θητείες και στην Κύπρο. Ένας λύχνος της συλλογής του έχει χαραγμένη την επιγραφή «Paphos 1965, J.A. Brew», και το 1972 δάνεισε τη συλλογή στο Ashmolean Museum της Οξφόρδης. Εκεί δύο από τα πολυκέφαλα σανιδόμορφα ειδώλια της Ερυθρής Στιλβωτής κεραμικής (Red Polished) δημοσιεύτηκαν το 1983 και έμειναν εκτεθειμένα ως το 2025 [5]. Η ιστορία τους βρίσκεται στο άρθρο για τα σανιδόμορφα ειδώλια Brew (στα αγγλικά). Οι οικογένειες των βάσεων είχαν στη διάθεσή τους τους ίδιους αδειούχους αρχαιοπώλες και το ίδιο πωλητήριο του Μουσείου με οποιονδήποτε άλλο. Μέσα στις βάσεις, η αρχαιολογία είναι σήμερα ευθύνη των Βρετανικών Δυνάμεων Κύπρου μαζί με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Δημοκρατίας, βάσει επίσημου πρωτοκόλλου [20].
Από το 1960 υπηρετούσε στο νησί και η Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ). Για τους Έλληνες που υπηρέτησαν ή εργάστηκαν στην Κύπρο ίσχυαν οι ίδιοι δρόμοι και οι ίδιοι κανόνες που περιγράφει αυτός ο οδηγός.
Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (UNFICYP) έφτασε τον Μάρτιο του 1964, με το Ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας, για να αποτρέψει νέες συγκρούσεις ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή κοινότητα [6]. Στα αγήματά της συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, η Αυστρία, ο Καναδάς, η Δανία, η Φινλανδία, η Ιρλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με αστυνομικούς από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Ένας Αυστριακός συνταγματάρχης, ο Dr Josef Mayer-Riefenthaler, που διηύθυνε το αυστριακό ιατρικό κέντρο από το 1973, συγκέντρωσε 113 αντικείμενα που βρίσκονται σήμερα στη Λειψία· επτά έχουν ακόμη τους αριθμούς εξαγωγής τους [3]. Ένας αξιωματικός του ΟΗΕ αγόρασε τον Δίχρωμο (Bichrome) αμφορέα που βλέπετε εδώ απευθείας από το Κυπριακό Μουσείο, με αριθμό Μητρώου Πωλήσεων S.R. 3477/65, και τον έβγαλε από το νησί με άδεια το 1969.
Οι υπόλοιποι ήταν μόνιμοι κάτοικοι και τουρίστες. Τα κρουαζιερόπλοια άρχισαν να πιάνουν στο νησί το 1927, και μια Κυριακή η Olga Tufnell πούλησε «διπλά» σε περίπου 300 Αμερικανούς επιβάτες κρουαζιέρας στο Κυπριακό Μουσείο, εισπράττοντας 75 λίρες και 10 σελίνια σε μιάμιση ώρα [7]. Ο Βρετανός βοτανολόγος Oleg Polunin αγόρασε μια Δίχρωμη φιάλη της Κυπρογεωμετρικής περιόδου από τον αρχαιοπώλη της Λευκωσίας Πέτρο Κολοκασίδη τη δεκαετία του 1950 ή του 1960. Τη συνόδευαν μια μολύβδινη σφραγίδα εξαγωγής του Κυπριακού Μουσείου στη λαβή και μια δακτυλογραφημένη κάρτα με φωτογραφία [9]. Έξι αγγεία, ένα ειδώλιο ιππέα και ένα υφαντικό βάρος που αποκτήθηκαν στην Κύπρο το 1968, αργότερα συλλογή P. B. Davies στο Λονδίνο, ήταν όλα γραμμένα σε μία κρατική άδεια εξαγωγής με ημερομηνία 2 Μαΐου 1968 [10]. Αγόραζαν και Αμερικανοί διπλωμάτες: ο William Rex Crawford, αργότερα πρέσβης, έφυγε το 1972 με την άδεια αριθ. 6403 για 42 αντικείμενα [3].
Ήταν νόμιμο να αγοράσει κανείς αρχαία στην Κύπρο τις δεκαετίες του 1940, του 1950 και του 1960;
Ναι, μέσα από συγκεκριμένους δρόμους, και η κυβέρνηση ενθάρρυνε τους επισκέπτες να τους χρησιμοποιούν. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ως το 1996, ένας αγοραστής μπορούσε να αποκτήσει αρχαίο από το Κυπριακό Μουσείο ή από αρχαιοπώλη με άδεια του Τμήματος Αρχαιοτήτων και να το πάρει στο εξωτερικό με αριθμημένη άδεια εξαγωγής του Διευθυντή Αρχαιοτήτων [14]. Ολόκληρη η νομική ιστορία υπάρχει στο λήμμα για τη νόμιμη εξαγωγή κυπριακών αρχαιοτήτων (στα αγγλικά).
Το πωλητήριο του ίδιου του Μουσείου άνοιξε το 1926 επί Rupert Gunnis και πουλούσε πλεονάζοντα «διπλά» (duplicates), κυρίως κεραμική της Εποχής του Σιδήρου και ελληνιστικά γυάλινα. Το καθένα είχε χρονολογημένο δελτίο γραμμένο στα ελληνικά, στα αγγλικά και στα τουρκικά [7]. Το 1983 ο Διευθυντής, Βάσος Καραγιώργης, περιέγραφε ακόμη ένα Μητρώο Πωλήσεων με αντικείμενα «διαθέσιμα σε συμβολικές τιμές», που σκοπό είχε να ενθαρρύνει εξαγωγές προς πανεπιστήμια και μουσεία «για εκπαιδευτικούς σκοπούς, όχι ως αναμνηστικά» [11]. Οι πωλήσεις καταργήθηκαν το 1991.
Ο Νόμος περί Αρχαιοτήτων του 1935 ίδρυσε το Τμήμα Αρχαιοτήτων και ένα μικρό εμπόριο με άδεια. Ο A. H. S. Megaw, Διευθυντής από το 1936 ως το 1960, έδωσε άδεια σε τρεις αρχαιοπώλες, ανάμεσά τους τον Κολοκασίδη στη Λευκωσία, και ο George Palma στην Αμμόχωστο υπέβαλλε κάθε μήνα κατάσταση του αποθέματός του [12]. Ο Megaw τοποθέτησε ανακοινώσεις στα ξενοδοχεία: «Οι επισκέπτες παρακαλούνται θερμά να αγοράζουν αρχαία μόνο από αρχαιοπώλες που αναρτούν άδεια του Τμήματος Αρχαιοτήτων». Όταν οι τουρίστες παραπονέθηκαν για το ταξίδι από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία για μια άδεια εξαγωγής, άρχισε να ελέγχει από πριν το απόθεμα των αρχαιοπωλών, ώστε τα εγκεκριμένα κομμάτια να πωλούνται έτοιμα για εξαγωγή [8].
| Δρόμος | Χρόνια | Τι έπαιρνε συνήθως ο αγοραστής |
|---|---|---|
| Γραπτή άδεια του Ύπατου Αρμοστή (Νόμος περί Αρχαιοτήτων του 1905) | 1905 έως μέσα της δεκαετίας του 1930 | Γραπτή άδεια εξαγωγής |
| Πωλητήριο και Μητρώο Πωλήσεων του Κυπριακού Μουσείου | 1926 έως 1991 | Χρονολογημένο δελτίο ή ετικέτα του πωλητηρίου, αριθμό Μητρώου Πωλήσεων (για παράδειγμα S.R. 3477/65) και έπειτα άδεια εξαγωγής |
| Αρχαιοπώλης με άδεια του Τμήματος Αρχαιοτήτων | Μέσα της δεκαετίας του 1930 έως 1996 | Απόδειξη ή δακτυλογραφημένη κάρτα, συχνά με φωτογραφία, και έπειτα άδεια εξαγωγής |
| Άδεια εξαγωγής του Διευθυντή Αρχαιοτήτων | Μέσα της δεκαετίας του 1930 έως 1996 | Δακτυλογραφημένη, αριθμημένη και χρονολογημένη άδεια με κατάλογο των αντικειμένων, και μολύβδινη σφραγίδα δεμένη με σύρμα στο αντικείμενο |
Οι τιμές ήταν χαμηλές. Ένας Αμερικανός αγόρασε μια πρόχου της Εποχής του Χαλκού από αδειούχο αρχαιοπώλη για οκτώ κυπριακές λίρες στις 28 Σεπτεμβρίου 1964 και πήρε την άδεια εξαγωγής του στις 20 Οκτωβρίου [9]. Το βιβλίο των αριθμημένων αδειών είχε φτάσει στο 7070 τον Ιανουάριο του 1978. Εκδόθηκαν δηλαδή περίπου επτά χιλιάδες άδειες σε τέσσερις δεκαετίες, πολλές από αυτές για περισσότερα από ένα αντικείμενα [3].
Το εμπόριο με άδεια πουλούσε κεραμική, λύχνους και γυάλινα της Εποχής του Σιδήρου κατά χιλιάδες, και ελάχιστα εκλεκτά γλυπτά [7]. Μια πρόχους Ερυθρής Στιλβωτής ή Δίχρωμης κεραμικής, ένας πήλινος λύχνος ή ένα μικρό γυάλινο μυροδοχείο ταιριάζουν με τη συνηθισμένη αγορά ενός στρατιώτη ή ενός τουρίστα. Ένα εκλεκτό ασβεστολιθικό κεφάλι ή ένα χάλκινο αντικείμενο είναι λιγότερο τυπικά και χρειάζονται περισσότερο έλεγχο.
Τι δεν επιτρεπόταν ούτε τότε;
Να βγει ένα κομμάτι από την Κύπρο χωρίς άδεια. Με τον νόμο του 1905 το αδίκημα τιμωρούνταν με πρόστιμο έως 100 λίρες, φυλάκιση έως δώδεκα μήνες ή και τα δύο [9], και ο νόμος του 1935 διατήρησε την εξαγωγή υπό την άδεια του Διευθυντή. Ένα αγγείο που αγοράστηκε φανερά σε κατάστημα της Λευκωσίας και μπήκε σε στρατιωτικό σάκο χωρίς άδεια έφυγε από το νησί παράνομα ήδη τότε. Ο ίδιος κανόνας ίσχυε για κάθε ταξιδιώτη, και για όσους Κύπριους μετανάστευσαν εκείνα τα χρόνια.
Έξω από το σύστημα βρίσκονταν και άλλες συνήθειες. Η πρώτη ήταν η αγορά από χωρικούς ή από όσους έσκαβαν: με τον νόμο του 1935 τα τυχαία ευρήματα ανήκαν στην Κυβέρνηση και έπρεπε να δηλώνονται. Ο συλλέκτης Χατζηπροδρόμου στην Αμμόχωστο αγόραζε από το 1963 ως το 1974 «όχι από εγγεγραμμένους αρχαιοπώλες αλλά από τους "παραγωγούς"», κατά τη φράση του Robert Merrillees, δηλαδή από ανθρώπους που έβρισκαν αρχαία είτε τυχαία είτε σκάβοντας επίτηδες [12]. Η δεύτερη ήταν το μάζεμα οστράκων από αρχαιολογικούς χώρους που διαβρώνονταν. Ήταν συνηθισμένο ανάμεσα στους κατοίκους και σπάνια ελεγχόταν, αν και τυπικά και αυτά τα ευρήματα ανήκαν στην Κυβέρνηση. Τέλος, η καταγραφή ιδιωτικών συλλογών από το 1963 ως τον Δεκέμβριο του 1973, που έγινε «με τη σιωπηρή συναίνεση του Τμήματος Αρχαιοτήτων», αφορούσε Κύπριους και κατοίκους που κρατούσαν συλλογές στο νησί. Δεν υπήρξε ποτέ δρόμος για εξαγωγή [13].
Η ειλικρινής εικόνα είναι ότι πολλά οικογενειακά κομμάτια μάλλον έφυγαν στις βαλίτσες χωρίς άδεια, και ότι για τα περισσότερα είναι πλέον αδύνατο να πει κανείς ποιον δρόμο πήρε ένα συγκεκριμένο αγγείο. Οι επιμελητές στη Λειψία που ερεύνησαν την ιστορία της συλλογής Malios διαπίστωσαν ότι οι μολύβδινες σφραγίδες «συχνά αφαιρούνταν, κυρίως για αισθητικούς λόγους» και ότι οι άδειες «συχνά χάνονταν» [3]. Ένα κομμάτι χωρίς χαρτιά είναι κάτι πολύ συνηθισμένο και δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη αρχαιοκαπηλίας. Αν δεν ξέρετε πώς ακριβώς έφτασε στην οικογένειά σας, γράψτε μας και αυτό.
Έχει σημασία αν έφυγε πριν ή μετά το 1974;
Ναι, και μεγάλη. Η τουρκική εισβολή του Ιουλίου 1974 έθεσε πάνω από το ένα τρίτο του νησιού εκτός του ελέγχου της Δημοκρατίας, μαζί με τα μουσεία της Αμμοχώστου και της Κερύνειας και τη συλλογή Χατζηπροδρόμου με περίπου 2.000 αντικείμενα, και οι εκκλησίες στα κατεχόμενα απογυμνώθηκαν από εικόνες, ψηφιδωτά και τοιχογραφίες. Ένα κομμάτι που αποκτήθηκε στα κατεχόμενα μετά το 1974, από οποιονδήποτε, δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει εξαχθεί νόμιμα από τη Δημοκρατία. Τα εκκλησιαστικά αντικείμενα (εικόνες, θραύσματα τοιχογραφιών, κομμάτια ψηφιδωτών) είναι η κατηγορία που η Κύπρος διεκδικεί με τη μεγαλύτερη επιμονή. Το ιστορικό υπάρχει στο λήμμα για την αρχαιοκαπηλία στα κατεχόμενα (στα αγγλικά).
Στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας το σύστημα αδειών συνεχίστηκε: η άδεια 7070 της 16ης Ιανουαρίου 1978 κάλυπτε 62 αντικείμενα [3]. Ο Νόμος 4(I)/1996 απαγόρευσε στη συνέχεια το εμπόριο και τερμάτισε τις άδειες εξαγωγής για ιδιωτικές αρχαιότητες [15]. Από τότε κανένα αρχαίο δεν έχει φύγει νόμιμα από την Κύπρο για ιδιώτη αγοραστή.
Η χρονιά που θα ακούσετε συχνότερα είναι το 1970, η χρονιά της Σύμβασης της UNESCO. Η Σύμβαση δεσμεύει κράτη και δεν έχει αναδρομική ισχύ, όμως μουσεία και οίκοι δημοπρασιών έχουν κάνει βασικό τους κριτήριο την απόδειξη ότι ένα αντικείμενο βρισκόταν εκτός της χώρας προέλευσής του πριν από το 1970. Για ένα οικογενειακό κομμάτι, το χρήσιμο ερώτημα είναι πόσο νωρίς μπορείτε να αποδείξετε ότι βρισκόταν στα χέρια της οικογένειάς σας εκτός Κύπρου.
Ποια χαρτιά να ψάξω στα οικογενειακά αρχεία;
Οτιδήποτε συνδέει το αντικείμενο με μια ημερομηνία και με έναν νόμιμο δρόμο, και οτιδήποτε αποδεικνύει πότε ο συγγενής σας βρισκόταν στο νησί. Ο οδηγός για τις άδειες εξαγωγής, τις σφραγίδες και τις ετικέτες εξηγεί πώς διαβάζεται κάθε σήμανση· εδώ θα βρείτε τη λίστα με όσα αξίζει να αναζητήσετε.
- Άδεια εξαγωγής: δακτυλογραφημένη, αριθμημένη και χρονολογημένη, υπογεγραμμένη για λογαριασμό του Διευθυντή Αρχαιοτήτων, με ένα ή με δεκάδες αντικείμενα. Μετρά και ένα φωτοαντίγραφο. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων κρατά αντίγραφα των παλαιότερων αδειών και έχει ταυτίσει αριθμούς ακόμη και μισό αιώνα αργότερα, όπως έκανε για την πρόχου του 1964 όταν εμφανίστηκε στον οίκο Bonhams το 2014 [9].
- Μολύβδινη σφραγίδα σε σύρμα γύρω από λαβή ή λαιμό, κάποτε με τα γράμματα «C.M.» του Κυπριακού Μουσείου, όπως στην πρόχου που βλέπετε εδώ, ή το σημάδι που άφησε το σύρμα.
- Δελτίο ή ετικέτα του πωλητηρίου του Κυπριακού Μουσείου, ή αριθμός του Μητρώου Πωλήσεων γραμμένος ως «S.R.» με έναν αριθμό και μια χρονιά.
- Απόδειξη, κατάλογος αποθέματος ή δακτυλογραφημένη κάρτα αρχαιοπώλη.
- Επιστολές: ένα σημείωμα του Διευθυντή Αρχαιοτήτων, ένα γράμμα στο σπίτι που αναφέρει μια αγορά, μια σελίδα ημερολογίου.
- Φωτογραφίες των αντικειμένων σε ένα σπίτι των δεκαετιών του 1950 ή του 1960, ή φωτογραφίες του συγγενή σας στην Κύπρο.
- Αποδείξεις διαμονής: στρατιωτικά μητρώα, διαβατήρια με σφραγίδες εισόδου, σχολικοί έλεγχοι από σχολεία των βάσεων, βεβαιώσεις εργοδοτών, διακρίσεις του ΟΗΕ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο τα μητρώα αποθανόντων στρατιωτικών ζητούνται μέσω του gov.uk, και το Υπουργείο Άμυνας τα μεταφέρει σταδιακά στα Εθνικά Αρχεία (The National Archives) [18]. Στην Ελλάδα και στην Κύπρο την ίδια δουλειά κάνουν ένα πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης ή μια βεβαίωση υπηρεσίας.
- Καταγραφές μετακόμισης, ασφαλιστήρια και καταλόγους κληρονομίας που αναφέρουν «κυπριακή κεραμική» ή «Cypriot pottery».
- Φάκελος δανεισμού σε μουσείο ή δημοσίευση που αναφέρει τον συγγενή σας ως κάτοχο.
- Για κομμάτια που έμειναν στην Κύπρο: ο κατάλογος που υποβλήθηκε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ως το τέλος του 1973 ή το 1996, ή μια επιστολή του Τμήματος.
Κανένα από αυτά δεν είναι από μόνο του τόσο ισχυρό όσο μια άδεια, όλα μαζί όμως μπορεί να είναι ισχυρότερα. Το δείχνει η συλλογή Brew: η επιγραφή του 1965 και ο φάκελος δανεισμού του 1972 τοποθετούν τη δημιουργία της στη δεκαετία του 1960, παρότι δύο κατάλογοι δημοπρασιών το 2019 την περιέγραφαν ως «acquired 1970s to 1980s» (αποκτήθηκε τις δεκαετίες του 1970 και του 1980). Σημειώστε την παλαιότερη ημερομηνία που μπορείτε να αποδείξετε, μαζί με το έγγραφο που την αποδεικνύει, γιατί οι ημερομηνίες στις μεταγενέστερες περιγραφές μετακινούνται.
Κρατήστε τα όλα μαζί όσο ψάχνετε. Μην ξεπλύνετε αριθμούς γραμμένους με μελάνι, μην κόψετε σφραγίδες, μην ξεκολλήσετε ετικέτες, μη μοιράσετε μια ομάδα ανάμεσα σε κληρονόμους και μην πετάξετε το κουτί μέσα στο οποίο ήρθε ένα κομμάτι: το κουτί σοκολάτας του δικαστή είναι σήμερα μέρος της τεκμηρίωσης των οστράκων του. Αν θέλετε βοήθεια για να διαβάσετε όσα βρήκατε, στείλτε μας φωτογραφίες του αντικειμένου, της βάσης του και κάθε ετικέτας ή εγγράφου, και θα σας πούμε δωρεάν τι βλέπουμε.
Τι λέει σήμερα ο κυπριακός νόμος;
Ο ισχύων περί Αρχαιοτήτων Νόμος (ΚΕΦ.31, όπως τροποποιήθηκε) ορίζει ως αρχαιότητα κάθε αντικείμενο που κατασκευάστηκε από άνθρωπο πριν από περισσότερα από εκατό χρόνια και βρέθηκε ή ανασκάφηκε στην Κύπρο, με όριο το 1940 για έργα εκκλησιαστικής ή λαϊκής τέχνης μεγάλης σημασίας [15]. Το άρθρο 26 απαγορεύει σε οποιονδήποτε να εμπορεύεται αρχαιότητες. Το άρθρο 27 επιτρέπει την εξαγωγή μόνο για έκθεση, μακροχρόνιο δανεισμό, μελέτη ανασκαφικού υλικού και δώρα του Προέδρου της Δημοκρατίας, και λέει ρητά ότι δεν μπορεί να δοθεί άδεια για την εξαγωγή ιδιωτικής συλλογής [15]. Οι κανόνες αυτοί ρυθμίζουν ό,τι γίνεται σήμερα στην Κύπρο. Δεν ακυρώνουν τις εξαγωγές που έγιναν με άδειες πριν από το 1996.
Αν τα κομμάτια της οικογένειάς σας δεν έφυγαν ποτέ από την Κύπρο, ισχύουν οι κανόνες για την κατοχή στο νησί. Όσα δηλώθηκαν στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ως το τέλος του 1973 κατέχονται νόμιμα, και από τους κληρονόμους, και κάθε αλλαγή κατόχου γνωστοποιείται στον Διευθυντή μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες (άρθρο 33(4)). Το εμπόριο απαγορεύεται (άρθρο 26), ένα δηλωμένο κομμάτι όμως μπορεί να αλλάξει χέρια σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Για όσα δεν δηλώθηκαν ποτέ η θέση είναι πιο σύνθετη. Αν ένα κομμάτι βρίσκεται σήμερα στην Ελλάδα, ο ελληνικός νόμος ζητά να δηλωθεί η εισαγωγή του, και τα χαρτιά της εποχής βαραίνουν πολύ. Και τα δύο εξηγούνται στον οδηγό μας για την κατοχή και την πώληση αρχαίων σε Κύπρο και Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση το πρώτο βήμα είναι να μας γράψετε: θα σας πούμε πού βρίσκεται η δική σας περίπτωση και, αν χρειαστεί, σε ποιον να απευθυνθείτε.
Για κομμάτια που βρίσκονται εκτός Κύπρου, τι σημαίνει αυτό εξαρτάται από το πού βρίσκεται το καθένα και από το τι μπορείτε να δείξετε. Σε γενικές γραμμές, όπως ισχύουν το 2026:
- Με άδεια, σφραγίδα ή ετικέτα του πωλητηρίου, το αντικείμενο έφυγε νόμιμα, και το Τμήμα μπορεί συχνά να το επιβεβαιώσει από το αρχείο του. Μπορείτε να το κρατήσετε, να το μελετήσετε, να το χαρίσετε ή να το πουλήσετε.
- Με οικογενειακές αποδείξεις αλλά χωρίς άδεια, βρίσκεστε σε μια πολύ συνηθισμένη θέση. Η διατήρηση του κομματιού κατά κανόνα δεν δημιουργεί πρόβλημα. Για την πώληση πρέπει να συγκεντρώσετε τον φάκελο, γιατί οίκοι δημοπρασιών και μουσεία θα τον ζητήσουν και θα αποφασίσουν οι ίδιοι.
- Αν μάλλον έφυγε χωρίς άδεια, η διατήρηση ενός κληρονομημένου αντικειμένου που βρίσκεται στο εξωτερικό εδώ και δεκαετίες δεν είναι γενικά αδίκημα στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στις ΗΠΑ. Ο βρετανικός νόμος Dealing in Cultural Objects (Offences) Act 2003 δεν είναι αναδρομικός [19], και οι αμερικανικοί περιορισμοί εισαγωγής για κυπριακό υλικό, σε ισχύ από το 2002, αφορούν εισαγωγές που έγιναν μετά την έναρξη ισχύος τους. Ένα τέτοιο κομμάτι πουλιέται δύσκολα, και η Κύπρος μπορεί να ζητήσει την επιστροφή του. Στην Ελλάδα, στην Αυστραλία ή σε άλλη χώρα οι κανόνες διαφέρουν, και γι' αυτό καλό είναι να μας γράψετε πρώτα.
- Αν ήρθε από τα κατεχόμενα μετά το 1974 ή είναι εκκλησιαστικό αντικείμενο, γράψτε μας πριν κάνετε οτιδήποτε άλλο με αυτό· θα σας πούμε ποιο είναι το σωστό επόμενο βήμα.
Πρόκειται για γενική πληροφόρηση για τον νόμο και όχι για νομική συμβουλή. Για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ξεκινήστε από εμάς· αν χρειαστεί, θα σας υποδείξουμε δικηγόρο με εμπειρία στην πολιτιστική κληρονομιά στη χώρα σας.
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων παρακολουθεί τις διαδικτυακές πωλήσεις, και τις μικρές περιφερειακές δημοπρασίες στη Βρετανία, και ζητά την απόσυρση ενός κομματιού όταν τίποτα δεν δείχνει νόμιμη εξαγωγή. Στις πρόσφατες περιπτώσεις, ένας οίκος δημοπρασιών στα Cotswolds απέσυρε το 2025 ένα ληκύθιο του 750 π.Χ. περίπου, και το 2026 ο οίκος Halls Fine Art και ο κάτοχος ενός ληκυθίου Δακτυλιόποδης κεραμικής (Base Ring) συμφώνησαν στην επιστροφή του, αφού εμφανίστηκε στο διαδίκτυο. Και τα δύο παραδόθηκαν στην Ύπατη Αρμοστεία της Κύπρου στο Λονδίνο [17]. Τα δημοσιεύματα δεν λένε πώς έφτασαν τα αντικείμενα στη Βρετανία. Για μια οικογένεια το συμπέρασμα είναι πρακτικό: ερευνήστε το κομμάτι πριν το δώσετε για πώληση.
Τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα με το κομμάτι;
Να το κρατήσετε, να το καταγράψετε, να το πουλήσετε, να το δωρίσετε σε μουσείο ή να το επιστρέψετε στην Κύπρο.
Η διατήρηση και η καταγραφή δεν κοστίζουν τίποτα. Φωτογραφίστε το κομμάτι από όλες τις πλευρές, σκανάρετε τα χαρτιά και γράψτε όσα θυμάται η οικογένεια, με ημερομηνίες και ονόματα. Αν τακτοποιείτε μια ολόκληρη περιουσία, ο οδηγός για αρχαία σε κληρονομιά εξηγεί την απογραφή και την κληρονομική διαδικασία.
Μετά έρχεται η αναγνώριση. Ο οπτικός οδηγός μας για την κυπριακή κεραμική θα σας βοηθήσει να περιορίσετε την κατηγορία, και ο οδηγός για τα αντίγραφα και τα πλαστά αφορά ιδιαίτερα αυτή την ομάδα αντικειμένων: οι ανακοινώσεις του Megaw στα ξενοδοχεία προειδοποιούσαν ήδη ότι στο νησί κυκλοφορούσαν απομιμήσεις [8].
Αν σκέφτεστε να το πουλήσετε, διαβάστε πόσο αξίζει μια κυπριακή αρχαιότητα και έπειτα τον οδηγό για τη χώρα σας: Ηνωμένο Βασίλειο ή ΗΠΑ. Για την Κύπρο και την Ελλάδα, ο οδηγός για τον νόμο εξηγεί τι επιτρέπεται. Η ομάδα P. B. Davies, με την άδεια του 1968, πουλήθηκε στον οίκο Bonhams στο Λονδίνο το 2023 για 1.536 λίρες στερλίνες μαζί με την προμήθεια [10].
Πώς γίνεται στην πράξη μια δωρεά ή μια εθελοντική επιστροφή εξηγείται στον οδηγό για την επιστροφή ή δωρεά κυπριακών αρχαιοτήτων. Οικογένειες δωρίζουν τέτοια κομμάτια εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Τα αντικείμενα του Cecil Lee πήγαν στο Wisbech το 1935 [2]. Το 2021 η οικογένεια του Fraser Wilkins, του πρώτου πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κύπρο (1960 έως 1964), επέστρεψε 38 αρχαία στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Ουάσιγκτον [16]. Και οι Anderson επέλεξαν ένα πανεπιστημιακό μουσείο «ως αναγνώριση της υπηρεσίας του πατέρα μας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο», ώστε ένα ληκύθιο που αγοράστηκε στη Λευκωσία το 1941 και το πρόσωπο ενός ειδωλίου της Εποχής του Σιδήρου να μπορούν «να μελετηθούν και να γίνουν προσιτά σε πολύ περισσότερους ανθρώπους» [1].
Παραπομπές
- 1.RD Milns Antiquities Museum, The University of Queensland (19 September 2025). Cypriot antiquities bring a Second World War story to UQ. https://antiquities-museum.uq.edu.au/article/2025/09/cypriot-antiquities-bring-second-world-war-story-uq
- 2.Wisbech & Fenland Museum (24 October 2024). Wisbech and Fenland Museum ancient Cypriot collection. https://www.wisbechmuseum.org.uk/news/post.php?s=2024-10-24-wisbech-and-fenland-museum-ancient-cypriot-collection
- 3.Gatzsche, A. (2023). From Cyprus to Leipzig: Provenance research. In E. Poyiadji-Richter (Ed.), Alexander Malios Collection, Vol. 1: Cypriot Antiquities (pp. 6-11). Alexander Malios Research Institute for Cypriot Heritage and Archaeology.
- 4.National Army Museum. Cyprus. https://www.nam.ac.uk/explore/cyprus
- 5.Frankel, D. (1983). Corpus of Cypriote Antiquities 7: Early and Middle Bronze Age Material in the Ashmolean Museum, Oxford (Studies in Mediterranean Archaeology XX:7). Paul Åströms Förlag.
- 6.United Nations Peacekeeping. UNFICYP: United Nations Peacekeeping Force in Cyprus. https://peacekeeping.un.org/en/mission/unficyp ; United Nations Security Council Resolution 186 (4 March 1964).
- 7.Stanley-Price, N. (2025). Illicit excavation and the sale of 'duplicate' antiquities: Rupert Gunnis and the Cyprus Museum, 1926-1932. Cahiers du Centre d'Études Chypriotes, 55, 269-301. https://doi.org/10.4000/151c2
- 8.Powell, J. (2013). Love's Obsession: The Lives and Archaeology of Jim and Eve Stewart (pp. 46-47). Wakefield Press.
- 9.Alphas, E. (2017). From a Bronze Age tomb in Cyprus to the estate of a gentleman in Sussex: Measures taken and problems faced in the investigations on the illicit trade of antiquities. In D. Pilides & M. Mina (Eds.), Four Decades of Hiatus in Archaeological Research in Cyprus: Towards Restoring the Balance (pp. 30-43). Holzhausen.
- 10.Bonhams, Antiquities, London, 6 July 2023, lot 48 (P. B. Davies collection; Government of Cyprus export licence dated 2 May 1968). https://www.bonhams.com/auction/28251/lot/48/
- 11.Interview with Dr. Vassos Karageorghis, Director of the Department of Antiquities of Cyprus. (1983). Journal of Field Archaeology, 10, p. 17.
- 12.Merrillees, R. S. (2014). George Basil Palma, chemist and collector of Cypriote antiquities in Famagusta, Cyprus, in the 20th century A.D. Cahiers du Centre d'Études Chypriotes, 44.
- 13.Karageorghis, V. (1974). The illicit sale of Cypriot antiquities [Letter]. Antiquity, 48.
- 14.Fehlmann, M. Looting and Losing the Archaeological Heritage of Cyprus. Bloomsbury Academic. https://doi.org/10.5040/9780755608331
- 15.Ο περί Αρχαιοτήτων Νόμος (The Antiquities Law), Cap. 31, Republic of Cyprus, consolidated text as amended (including Laws 48/1964, 4(I)/1996 and 200(I)/2014), ss. 2, 26 and 27. CyLaw. http://www.cylaw.org/nomoi/enop/non-ind/0_31/full.html (accessed October 2026).
- 16.Cyprus Mail (24 November 2021). Dozens of Cyprus' ancient artefacts returned. https://cyprus-mail.com/2021/11/24/dozens-of-cyprus-ancient-artefacts-returned/
- 17.Cyprus Mail (25 November 2025). Cypriot antiquity repatriated from Britain. https://cyprus-mail.com/2025/11/25/cypriot-antiquity-repatriated-from-britain ; Cyprus Mail (1 July 2026). Ancient Cypriot artefact repatriated from the UK. https://cyprus-mail.com/2026/07/01/ancient-cypriot-artefact-repatriated-from-the-uk
- 18.UK Government. Request records of deceased service personnel (guidance, updated 7 January 2026). https://www.gov.uk/guidance/request-records-of-deceased-service-personnel
- 19.Dealing in Cultural Objects (Offences) Act 2003 (c. 27). https://www.legislation.gov.uk/ukpga/2003/27
- 20.GeoConnexion (7 March 2024). Lost tombs and quarries rediscovered on British military base in Cyprus [University of Leicester survey of the Eastern Sovereign Base Area]. https://geoconnexion.com/in-depth/lost-tombs-and-quarries-rediscovered-on-british-military-base-in-cyprus

